ΒΙΤΟΡΙΟ ΓΚΑΣΜΑΝ

Ο Γκάσμαν είναι η επιτομή του ολοκληρωμένου και πολιεδρικού ηθοποιού. Η θεατρική και κινηματογραφική του καριέρα, καθώς και η τηλεοπτική αργότερα, είναι τεράστια και γεμάτη επιτυχίες, είτε έπαιζε σε έργα του «σοβαρού» ρεπερτορίου είτε σε ταινίες της λεγόμενης «κωμωδίας αλά Ιταλικά». Ήδη την δεκαετία του ’50 μαζί με τον Σκουαρτσίνα ίδρυσε το Ιταλικό Θέατρο Τέχνης με πολλές παραγωγές του κλασικού ρεπερτορίου, από το Άμλετ μέχρι τους Πέρσες του Αισχύλου. Τη δεκαετία του ’60, μαζί με τις κοινωνικές αλλαγές του Ιταλικού οικονομικού θαύματος, ο Γκάσμαν θα καθιερωθεί ως κινηματογραφική εικόνα εκείνης της περιόδου που εγκαινιάστηκε με την ταινία Ο Κλέψας του κλέψαντος του Μάριο Μονιτσέλι (1958) και συνεχίστηκε με καλτ ταινίες όπως Μπρανκαλεόνε και Ο Φανφαρόνος. Στις επόμενες δύο δεκαετίες αξιοσημείωτες είναι οι συνεργασίες του Γκάσμαν με τους Έτορε Σκόλα, Ρόμπερτ Άλτμαν και Αλέν Ρενέ. Από κοντά ο μεγάλος έρωτας του Γκάσμαν, το θέατρο. Στη Φλωρεντία ίδρυσε την Bottega teatrale όπου δίδαξαν μεγάλοι δάσκαλοι της Ιταλικής θεατρικής τέχνης.

Το μυθιστόρημα του Τζοβάνι Αρπίνο Το σκοτάδι και το μέλι προσφέρει στον Βιτόριο Γκάσμαν την δυνατότητα να ξεδιπλώνει καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας το τεράστιο ταλέντο του ερμηνεύοντας ένα ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του: το θλιμμένο κάθαρμα. Από κοντά ο νεαρός ηθοποιός Αλεσάντρο Μόμο, ο οποίος δυστυχώς σκοτώθηκε σε τροχαίο λίγο μετά το πέρας των γυρισμάτων. Το έργο του Ντίνο Ρίζι είναι περισσότερο τραγικό παρά κωμικό: δεν λείπουν βέβαια τα αστεία, οι σκηνές που ανήκουν στην γνήσια παράδοση της Ιταλικής κωμωδίας, ενώ ο Γκάσμαν δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας στα ρούχα του φανφαρόνου λοχαγού που όλα τα σκοτώνει και όλα τα μαχαιρώνει, όμως από την πρώτη στιγμή κυριαρχούν οι δραματικοί τόνοι σε ένα μείγμα που δεν είναι πάντα επιτυχημένο, τουλάχιστον σε μερικές σκηνές. Η ευχάριστη μουσική του Αρμάντο Τροβαγιόλι και η αισθαντική παρουσία της Αγκόστινα Μπέλι οδηγούν τον θεατή σε ένα κάπως μπερδεμένο φινάλε, όπου η ερωτική ιστορία υπαγορεύεται περισσότερο από την ανάγκη του ήρωα παρά από την πνευματική του ωριμότητα, ενώ η ανατροπή στο τέλος, αν και πιστή στο μυθιστόρημα, στην κινηματογραφική του εκδοχή μοιάζει σαν κάτι ανολοκλήρωτο. Δεν πειράζει όμως: το έργο του Ρίζι παραμένει πρωτότυπο, πλούσιο σε νοήματα, χάρη στη δομή του που παραπέμπει στον Φανφαρόνο. Η φωτογραφία δίνει έμφαση στις αποχρώσεις του καφέ.

(Νικολό Ραγκόνι Μακιαβέλι, 21.3.1999)

Σκηνοθεσία: Ντίνο Ρίζι, 1974 – 102’

Σενάριο: Τζοβάνι Αρπίνο

Ηθοποιοί: Βιτόριο Γκάσμαν, Αλεσάντρο Μόμο, Αγκοστίνα Μπέλι, Μόιρα Ορφέι, Αλβάρο Βιτάλι.

Μουσική: Αρμάντο Τροβαγιόλι

Στην πρωτότυπη γλώσσα με ελληνικούς υπότιτλους

Ο φαντάρος και φοιτητής Τζοβάνι Μπερτάτσι («Τσίτσο») είναι σε άδεια και μαζί με τον κυνικό και άξεστο λοχαγό Φάουστο, που έχασε το φως του κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής άσκησης, ξεκινούν από το Τορίνο με κατεύθυνση τη Νάπολη για να επισκεφτούν έναν φίλο του λοχαγού που έχασε και αυτός το φως του στην ίδια άσκηση. Ο Τσίτσο θα ανακαλύψει σύντομα ότι ο συνταξιδιώτης του δεν είναι τυχαίος άνθρωπος: πρόκειται για ευφυή, περήφανο και γεμάτο ζωή άνδρα που σε πείσμα της αναπηρίας του δεν το βάζει κάτω και εξακολουθεί να φλερτάρει γυναίκες, το μεγάλο του πάθος. Μάλιστα καυχιέται ότι μπορεί να τις αναγνωρίσει από το άρωμά τους και αυτή η ικανότητά του, μαζί με την μεγάλη πείρα της ζωής που διαθέτει, αφήνει άναυδο τον Τσίτσο. Στη Νάπολη όμως θα βρουν να τους περιμένει η Σάρα, πολύ νεότερή του και κρυφά ερωτευμένη μαζί του. Ο Φάουστο την απορρίπτει βάναυσα, με τον ίδιο κυνισμό που έκανε τόση εντύπωση στον Τσίτσο. Και όμως πίσω από το σαρκαστικό προσωπείο του ντονζουάν, ο λοχαγός κρύβει μια τελευταία, ανομολόγητη επιθυμία.

από 22.1 έως 4.2
Online