Κλάουντια Καρντινάλε

Γεννήθηκε στην Τύνιδα το 1938 και θεωρείται μια από τις σημαντικότερες ηθοποιούς του Ιταλικού κινηματογράφου. Το Φεβρουάριο του 2011 η Αμερικάνικη εφημερίδα “Los Angeles Times” την έβαλε στη λίστα με τις πενήντα πιο όμορφες γυναίκες στην ιστορία της έβδομης τέχνης. Το κινηματογραφικό ντεμπούτο έγινε το 1958 με την ταινία Ο κλέψας του κλεψαντος, όμως ο πρώτος σημαντικός ρόλος ήταν στο Είμαστε όλοι ένοχοι (1959) του Πιέτρο Τζέρμι με τον οποίο κέρδισε την εκτίμηση του Φεντερίκο Φελίνι. Η χρονιά της καθιέρωσής της όμως είναι το 1963, όταν η Κλάουντια Καρντινάλε συμμετείχε σε δυο αριστούργηματα: στο Γατόπαρδο του Λουκίνο Βισκόντι και 8½ του Φεντερίκο Φελίνι. Ακολουθούν παραγωγές στην Αμερική στις οποίες συνεργάζεται με σπουδαίους ηθοποιούς όπως οι Peter Sellers, David Niven, John Wayne, Rita Hayworth, Rock Hudson, Anthony Quinn και Tony Curtis. Το 1968 υμμετέχει στη Μέρα της κουκουβάγιας. Το 1974 συμμετέχει στην ταινία Οι μάγκες του Πασκουάλε Σκουιτιέρι, του οποίου θα γίνει η σύντροφος. Για την Καρντινάλε ανοίγει ένα καινούριο καλλιτεχνικό κεφάλαιο. Τη δεκαετία του ’80 απέσπασε δυο Nastri d’argento με τις ταινίες Το Δέρμα της Λιλιάνα Καβάνι (1981) και Κλαρέτα του Πασκουάλε Σκουιτιέρι (1984) αντιστοίχως. Για το τελευταίο βραβεύεται και στη Βενετία. Το 1989 μετακομίζει στο Παρίσι και με το Η θυσία της μάνας του Πασκουάλε Σκουιτιέρι κερδίζει τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ηθοποιού.

Η ταινία Μάφια, τίτλο με τον οποίο κυκλοφόρησε στην Ελλάδα, του Νταμιάνο Νταμιάνι βασίζεται στο μυθιστόρημα Η μέρα της κουκουβάγιας του Λεονάρντο Σάσα, ο οποίος εμπνεύστηκε από την υπόθεση του κομμουνιστή συνδικαλιστή Ακούρσιο Μιράλια, που δολοφονήθηκε στη Σικελία το 1947. Θεωρείται επίσης η καλύτερη ταινία με θέμα τη μαφία που γυρίστηκε ποτέ. H μαφία, ο νόμος της σιωπής, οι διασυνδέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με την πολιτική εξουσία και η νοοτροπία της μαφίας στον πληθυσμό αποτελούν τις αφηγηματικές βάσεις της ταινίας. Πρόκειται με άλλα λόγια για μια πολιτική καταγγελία με μεγάλη, όμως, κινηματογραφική ένταση με επίκεντρο τον λοχαγό Μπελόντι, θαρραλέο Δαυίδ που προσπαθεί να νικήσει έναν φαινομενικά άτρωτο Γολιάθ. Στο κέντρο της αφήγησης είναι ο νόμος της σιωπής, με τη σειρά του μουλωχτός χαρακτήρας του έργου, ικανός να σκοτώνει πιο πολύ από τη μαφία χάρη στην ικανότητά του να διεισδύει κρυφά στις συνειδήσεις. Αξιοσημείωτη αναδεικνύονται οι ερμηνείες της Κλάουντια Καρντινάλε και άλλως δευτερευόντων χαρακτήρων. Τη σκηνή όμως κλέβουν ο Φράνκο Νέρο και η Καρντινάλε που εκείνη τη χρονιά βραβεύτηκαν με το Δαβίδ του Ντονατέλο. Ο σκηνοθέτης Νταμιάνο Νταμιάνι, βαθύς γνώστης του κινηματογραφικού μέσου, προσφέρει μια εναργή αφήγηση με λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις που στηρίζονται πάνω στη σοφή χρήση μιας χρωματικά μεστής και ζεστής φωτογραφίας, προκειμένου να αποδώσει την παραβιασμένη ομορφιά της Σικελίας στον αέναο αγώνα της με τον καρκίνο του οργανωμένου εγκλήματος που τρώει τις σάρκες της. Σπουδαίο καστ ηθοποιών σε μια μεγάλη και όλο και πιο επίκαιρη ταινία.

Σκηνοθεσία: Νταμιάνο Νταμιάνι, 1968 / 107’

Σενάριο: Λεονάρντο Σάσα

Μουσική: Τζοβάνι Φούσκο

Ηθοποιοί: Φράνκο Νέρο, Κλάουντια Καρντινάλε, Λη Τζ. Κομπ

Στην πρωτότυπη γλώσσα με ελληνικούς υπότιτλους

Σικελία, 1961. Σε ένα μικρό χωριό ο λοχαγός της χωροφυλακής Μπελόντι (Φράνκο Νέρο) προσπαθεί να ρίξει φως στη δολοφονία του εργολάβου Σαλβατόρε Κολασμπέρνα, θύματος της μαφίας. Ο Ντον Μαριάνο Αρένα, νονός του χωριού (Λη Τζ. Κομπ), επιρρίπτει τις ευθύνες στον άντρα της Ρόζα Νικολόζι (Κλάουντια Καρντινάλε) που εξαφανίστηκε την ίδια μέρα, με την οποία ο εργολάβος διατηρούσε σχέση. Ο Μπελόντι όμως δεν πιστεύει στο έγκλημα πάθους και θεωρεί βέβαιο ότι ο Νικολόζι δολοφονήθηκε γιατί είδε και ήξερε πολλά. Αντί για το Νικολόζι όμως βρίσκει το πτώμα του Παρινιέντου, πληροφοριοδότη της αστυνομίας. Ο Μπελόντι καταφέρνει να συλλάβει τον Ντον Μαριάνο, όμως οι ανώτεροί του αποφασίζουν τη μετάθεσή του ύστερα από την παρέμβαση του ίδιου του νονού. Οι μαφιόζοι είναι πάλι ελεύθεροι και την ώρα που εκτιμούν, αλλά και χλευάζουν, τη διαλλακτικότητα του νέου λοχαγού, αποτίουν φόρο τιμής στον Μπελόντι, αντίπαλο σκληρό αλλά και αντάξιό τους.

από 12.2 έως 25.2
Online