Οι τέσσερις πρωταγωνιστές της ταινίας, που ανήκουν στην αστική τάξη της δεκαετίας του Εβδομήντα (ένας δικαστής κι ένας χορογράφος από τη Γαλλία, ένας πιλότος και ένας εστιάτορας από την Ιταλία) είναι καταπληκτικοί. Το άλικο χρώμα του αίματος των Γαλλικών εσωτερικών χώρων, και το βαθύ, θλιβερό γαλάζιο-μπλε των εξωτερικών, όπου η οικονομική άνεση γίνεται απέραντη μελαγχολία και ο παραδοσιακός πλούτος αποκτάει ένα μολυβένιο χρώμα, συμπυκνώνονται γύρο από τη νοσηρή σάρκα των χαρακτήρων παραπέμποντας σε μια αδιευκρίνιστη, εσωτερική απόφαση. Τίποτ’ άλλο παρά σύμβολα του παρελθόντος (στον κινηματογράφο ένας χρωματιστός τοίχος, ένα μαχαίρι, το ακίνητο σχήμα των φτερών ενός αεροπλάνου μπορούν να έχουν την υψηλή εκφραστική αξία και την πολυπλοκότητα μιας πρότασης του Προυστ) μαζί με την ανάλυση του παρόντος σε μια σειρά από χειρονομίες με μια παράξενη, σχεδόν παραληρηματική και ήρεμη αποφασιστικότητα αλά Ντε Σαντ.

Ως εκ τούτου οι χαρακτήρες της ταινίας, που αποτυπώνονται λίγο πριν φύγουν για το Σαββατοκύριακο, αινιγματικοί λόγω της ίδιας τους της υπερβολής, μπαίνουν στην καρδιά μας σαν ειρωνικοί τελετάρχες που κρύβουν, πίσω από την χιουμοριστική γκριμάτσα και την αστική χυδαιότητα του σωματικού τους βάρους, ένα σκοτεινό φανατισμό που απέκτησαν και παγίωσαν μέσα από αδιευκρίνιστες διαδρομές.

Αυτό το τελετουργικό, όπου η καθημερινή, και άρα ρεαλιστική και κωμική, ζωή φτάνει σε μια αμφιλεγόμενη μορφή τελειότητας, δεν θα κάνει ξανά την εμφάνισή του παρά μόνο περιστασιακά στη συνέχεια της αφήγησης: κυρίως, όπως είναι αναμενόμενο, στις γαστριμαργικές, πανταγκρουελικές στιγμές της – όμως η εκ των προτέρων ηρεμία αλά Ντε Σαντ χαρίζει στην μοναδικότητά τους μια, θα έλεγε κανείς, Διαφωτιστική φυσικότητα, φοβερά ορθολογική, για να υπονομεύσει το μυστήριο.

Γιατί οι τέσσερις χαρακτήρες της ταινίας αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν τρώγοντας στην κυριολεξία μέχρι σκασμού τεράστιες ποσότητες φαγητού. Άρα αυτό ήταν το αίνιγμα της αρχικής τους απεικόνισης, σε στιγμιότυπα μιας καθαρά υπαρξιακής καθημερινότητας. Αυτός ήταν ο πυρήνας ή αφηγηματική αρχή της ταινίας.

[Πιέρ Πάολο Παζολίνι: Οι αμφιλεγόμενες μορφές της αφηγηματικής τελετουργίας – “Cinema Nuovo”, τ. 231, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1974]

Η πιο επιβλητική, πρόστυχη και εξαίσια ταινία του Δασκάλου Μάρκο Φερέρι, που δεν μπορεί κανείς να την ξεχάσει ή να την κρύψει.

“Τέρμα τα συναισθήματα, θέλω να γυρίσω μια φυσιολογική ταινία!”

Κάθε πρωταγωνιστής μπαίνει στο σπίτι ως ζωντανός εκπρόσωπος μιας ξεχωριστής δύναμης: του σεξ για τον Μαρτσέλο, της κουζίνας για τον Ούγκο, των τεχνών και των θεαμάτων για το Μισέλ και του νόμου για τον Φιλίπ. Κι ο καθένας ολοκληρώνει την διαμονή του ως νεκρό σώμα που βουλιάζει στις εμμονές του: ο Μαρτσέλο πεθαίνει πάνω στην αγαπημένη του κούρσα Bugatti, ο Ούγκο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, το σώμα του Μισέλ εκρήγνυται αφού παίξει πιάνο, και το τελευταίο γεύμα του Φιλίπ είναι ένα τεράστιο γλυκό σε σχήμα βυζιού.

Στόχος του Φερέρι, λοιπόν, είναι μια σκιαγράφηση του αρσενικού: η ταυτότητα χάνεται μέσα σε αστικές συνήθειες και ακαταμάχητες ορμές στον αγώνα μεταξύ φυσικού ενστίκτου και πολιτισμού. Ως εκ τούτου ο Μισέλ δείχνει σαν “Μαρτσέλο” στα μάτια του Φιλίπ λόγω της πόρπης που φοράει, και, παρομοίως, ο πεινασμένος σκύλος μεταμορφώνεται σε “Ούγκο”. Η δύναμή τους αποτελεί εξωτερικό εξάρτημα μόνο, γιατί στην πραγματικότητα τους τέσσερις θα τους σκοτώσουν οι εμμονές τους, αληθινή έκφραση του ήθους τους. 

Πρώτοι πεθαίνουν ο Μαρτσέλο και ο Μισέλ, που σύντομα μεταφέρονται στο ψυγείο. Η κατάψυξη όμως έχει διπλή σημασία, γιατί ο Μισέλ και ο Μαρτσέλλο πάνω απ’ όλα «μουσειοποιούνται», γίνονται μέρος της επίπλωσης, χωρίς ζωή αλλά αιώνιοι, σαν τις κούκλες και τα βαλσαμωμένα ζώα που εμπλουτίζουν τη διακόσμηση της έπαυλης. Ταυτόχρονα όμως η συντήρηση της σάρκας αποτελεί το πρώτο βήμα για την καταστροφή της: τώρα τα δυο πτώματα γίνονται με τη σειρά τους τροφή.

Από οπτικής πλευράς, τα κοντινά πλάνα είναι λιγότερα από τα μακρινά, που πρόθεση έχουν να δείξουν τις εκδηλώσεις της απόλαυσης. Εξαιρετικά τα πλάνα που απεικονίζουν την πεινασμένη Φερεόλ, και αξέχαστο εκείνο με το πρόσωπο του Μαστρογιάνι ερεθισμένου ανάμεσα στη γυναίκα και ένα άγαλμα: στην απλοποιημένη λογική του αρσενικού, γυναίκα και θηλυκό στοιχείο γίνονται ένα.

Η φωτογραφία του Μάριο Βουλπιάνι (που κάνει μια σύντομη εμφάνιση στο ρόλο του βοηθού του πιλότου) αιχμαλωτίζει τα πάντα με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Η μηχανή λήψης δεν έχει εκφραστικά όρια, ούτε καν στην παραδειγματική σκηνή, για τον κινηματογράφο του Φερέρι, όπου η παλίρροια από σκατό αποκαλύπτει την υποδόρια ανηθικότητα που βγαίνει στην επιφάνεια.

Το μεγάλο φαγοπότι μαζί με το Ο Ντίλιντζερ πέθανε αποτελούν τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα ενός αναρχικού, μοχθηρού και τρομερά ειρωνικού σκηνοθέτη, που δεν ανήκει σε κανένα ρεύμα του Ευρωπαϊκού κινηματογράφου γιατί από μόνος του ήταν ένα ρεύμα, το ρεύμα του Μάρκο Φερέρι.

Παρόμοια καταγγελία της εξουσίας, την φθορά της αστικής τάξης και τα ακραία όρια του σώματος βρίσκουμε μόνο στο Σαλό, το ανήθικο αριστούργημα του Παζολίνι που χαρακτηρίζεται από απαράμιλλο εκφραστικό πλούτο και από μια ευφυέστατη αλληγορία που το καθιστούν αθάνατο.

Καθόλου τυχαία ο Παζολίνι εντυπωσιάστηκε από την ταινία του Φερέρι, που την ανέλυσε διεξοδικά στο περιοδικό “Cinema Nuovo”. Το μεγάλο φαγοπότι όμως εκτιμήθηκε και από το σουρεαλιστή Λουίς Μπουνιουέλ, ο οποίος θεωρούσε την ταινία του Φερέρι “έναν ύμνο στην ηδονή”. Επιρροές από το Μπουνιουέλ άλλωστε είναι εμφανείς στην ταινία: η έπαυλη περιβάλλεται από ένα αξεπέραστο πλην αόρατο φράχτη που ζωντάνεψε τον Εξολοθρευτή Άγγελο (ο Μαρτσέλο δεν μπορεί να βγει από τον κήπο).

Ο θάνατος, που τόσο την λαχτάρησαν οι αστοί που πρωταγωνιστούν στην ταινία, επιτυγχάνεται με μέσα επάξια της αστικής τάξης, δηλαδή με μια διαδικασία βασισμένη στην υπερβολή και όχι στη στέρηση: η σεξουαλική ανικανότητα (ο ερωτικός θάνατος) του Μαρτσέλο ως συνέπεια του αχαλίνωτου σεξ του Μαρτσέλο, ο σωματικός θάνατος ως συνέπεια της υπερβολικής πρόσληψης τροφής. 

Οι συνταγές είναι περίπλοκες, η ιεροτελεστία πολύπλευρη και για να πεθάνει κανείς όπως πρέπει υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει. “Οι πρωτόγονες ανάγκες, αν επιτευχθούν μέσα από μια διαδικασία εξευμενισμού και οικειοποίησης, γίνονται πληκτικές, και μόνο εφόσον ανανεωθούν η απόλαυση είναι εγγυημένη” [Μερεγκέτι]. 

Επομένως η γενετήσια ορμή και οι γαστριμαργικές απολαύσεις αποδεσμεύονται από τη φυσιολογική τους λειτουργία και αυτό που μένει είναι η χαρά της πράξης. Αν το σεξ είναι η γενετήσια πράξη, μέσα από την οποία διαιωνίζεται η ζωή, το φαγητό είναι η προστατευτική πράξη, που εγγυάται τη ζωή. Όμως η εγκατάλειψη του ωφελίμου μέσα στην επανάληψη των πράξεων οδηγεί αναπόφευκτα στην κατάθλιψη, στην αίσθηση ανίας που καταβροχθίζει τη συνείδηση.

Μόνο η γυναίκα μπορεί να σωθεί, λόγω της βιολογικής αποστολής που της ανατέθηκε από τη φύση, γιατί μόνο μέσω της γυναίκας ο κόσμος υφίσταται. Για αυτό η Αντρέα είναι “η γυναίκα” για να μην μπερδεύεται με τις πόρνες. Κάνει ό, τι θέλει, χωρίς να την αναγκάζει κανένας, και με μεγαλύτερο σθένος απ’ ό,τι οι άνδρες. Μόνο η Αντρέα γοητεύεται από την ιεροτελεστία, και, αφού μπει στον μηχανισμό της, θα βοηθήσει με τον τρόπο της: θα σφάξει τον κόκορα, θα σερβίρει το τελευταίο γεύμα στο Φιλίπ, θα συνοδεύσει τους άνδρες στην τελευταία τους πνοή. Στο τέλος της ταινίας τη βλέπουμε να μπαίνει στην έπαυλη, πικραμένη και μόνη της, με τα γκρίζα χρώματα του Παρισιού γύρω της και πάνω της, και να αφήνει πίσω της την σπατάλη της σάρκας.

Κορυφαία η σκηνή με τον τεράστιο πατέ, σύμβολο της ταινίας: υπερβολικά μεγάλο, υπερβολικό σε όλα, ένα σκατένιο ποίημα που το τριγυρίζουν τα μαύρα μαντάτα του θανάτου. 

[Γιάκοπο Αμπάλε – 19.02.2019]

https://www.artwave.it/

MaraFilm & Capitolina, 1973, 123’

Σκηνοθεσία: Μάρκο Φερέρι

Ηθοποιοί: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ούγκο Τονάτσι, Μισέλ Πικολί, Φιλίπ Νουαρέ, Αντρέα Φερεόλ

Σε πρωτότυπη γλώσσα με ελληνικούς υπότιτλους

Κατάλληλο για ενήλικες

Τέσσερις άνδρες (τα ονόματα των οποίων είναι ίδια με εκείνα των ηθοποιών που τους υποδύονται), κλείνονται σε ένα σπίτι στα περίχωρα του Παρισιού και αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν τρώγοντας μέχρι θανάτου για να αποδράσουν από την πληκτική τους ζωή.

Πρώτος εμφανίζεται ο Ούγκο, ιδιοκτήτης του εστιατορίου Le Biscuit à Soupe και διάσημος σεφ, που αποφάσισε να αυτοκτονήσει μεταξύ άλλων λόγω των προβλημάτων που έχει με τη γυναίκα του. Ακολουθεί ο Μισέλ, τηλεοπτικός παραγωγός και λάτρης του κλασικού χορού, χωρισμένος και ανικανοποίητος από τη ζωή του. Ο τρίτος είναι ο Μαρτσέλο, πιλότος της Αλιτάλια. Στην πρώτη σκηνή τον βλέπουμε να κατεβάζει από το αεροπλάνο με τη βοήθεια αεροσυνοδών ολόκληρα κομμάτια Παρμεζάνα που προορίζονται για την έπαυλη όπου θα συναντηθεί με τους άλλους. Ο τέταρτος και τελευταίος είναι ο Φιλίπ, δικαστής, άγαμος, που συγκατοικεί ακόμα με την νταντά των παιδικών του χρόνων, τη Νικόλ, τόσο υπερπροστατευτική που δεν θέλει ο Φιλίπ να έχει σχέσεις με άλλες γυναίκες.

από 18/11/2020 ως 09/12/2020