Σώμα με σώμα

Από τη σκηνή στην οθόνη δεν υπάρχει παρά ένας καμβάς. Ένας λευκός καμβάς πάνω στον οποίο πολλαπλοί κόσμοι διασταυρώνονται και επικαλύπτονται για να ζωντανέψουν μια αυτόνομη, αυτάρκη κινηματογραφική δράση, βασιζόμενη όχι σε κάποιο γραπτό κείμενο αλλά στον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών στις πρόβες της παράστασης «Ορχιδέες» του Πίπο Ντελμπόνο – η ορχιδέα είναι λουλούδι ταυτόχρονα αληθινό και ψεύτικο, όπως η εποχή μας. Με όχημα το ιδιαίτερο σώμα και τον αινιγματικό χαρακτήρα των ηθοποιών η ταινία  συγκινεί και προβληματίζει. Το γυμνό σώμα, μισό γυναικείο και μισό ανδρικό, με ψιλά τακούνια, γίνεται αντικείμενο ενός βλέμματος που διεισδύει βαθιά στα άδυτα της φαντασίας και της επιθυμίας…

Η ταινία αρχίζει εκεί όπου το θέατρο τελειώνει. Αν στο θέατρο ο θεατής περιπλανιέται ελεύθερα με το βλέμμα, στον κινηματογράφο το ίδιο βλέμμα θα καθοδηγείται από την κάμερα. Η εικόνα θα γίνει ένα με τους χαρακτήρες. Διαφορετικά θα χαθεί η επαφή με την πραγματικότητα ακόμα και αν η τελευταία μείνει μέσα στα όρια του σκηνικού χώρου και των θρυμματισμένων ιστοριών της καθημερινότητας που διαπλέκονται με τις πρόβες. Το θέατρο του Πίπο Ντελμπόνο αποτελεί ένα πεδίο ελεύθερης έμπνευσης για τους ηθοποιούς, ένα εργαστήριο σε συνεχή εξέλιξη που δημιουργείται και αναπτύσσεται στο πλαίσιο μιας συνθήκης χαοτικής πλην κατάλληλης για να του προσφέρει καλλιτεχνική δικαίωση. Κάτι σαν τεράστιο εργοτάξιο όπου τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο, όλα εξαρτώνται από την έμπνευση της στιγμής και το καθετί διακυβεύεται την ώρα της δημιουργίας του.

Με αυτόν τον τρόπο και η κινηματογραφική και η θεατρική φαντασία κινούνται με τον ίδιο ρυθμό και ταξιδεύουν μαζί προς το άγνωστο, εκεί όπου τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο και αποφασισμένο, και μαζί αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους. Η κινηματογραφική κάμερα καταλήγει έτσι να φυλακίζεται μέσα στο περιβάλλον, στο καθημερινό γίγνεσθαι. Καταγράφει τις εμπειρίες ενός θεατρικούς θιάσου σε όλους τους χώρους όπου κινείται: πάνω στη σκηνή, στην αίθουσα, πίσω από τη σκηνή, στα παρασκήνια. Αγκαλιάζει κάθε κίνηση των ηθοποιών, αναπνέει μαζί τους, προχωράει με την αφή ψηλαφώντας τα πρόσωπά τους, την σάρκινη παρουσία τους. Η κάμερα γίνεται ένα με τη δράση και με τη συγκίνηση.

από 20/10/2020

Αρχική ιδέα και σκηνοθεσία Μάριο Μπρέντα και Κάριν ντε Βίλερς

Διεύθυνση φωτογραφίας Μάριο Μπρέντα

Μοντάζ Κάριν ντε Βίλερς

Μίξη Λενύ Αντριώ

Μεταπαραγωγή Playtime

Παραγωγή Μαρτίν Μπαρμπέ – Image Création.com

Διανομή Blue Film

Έτος παραγωγής 2014

Διάρκεια 90’

Cinergie: Με δεδομένο ότι γυρίσατε μια ταινία βασισμένη στην γέννηση μιας μοναδικής στο είδος της θεατρικής παράστασης, με έναν πολύ ιδιαίτερο σκηνοθέτη και μια ομάδα ηθοποιών έξω από κάθε κανονικότητα, η παρουσία σας στις πρόβες θα ήταν οπωσδήποτε συνεχής και ανελλιπής, φαντάζομαι.

Μάριο Μπρέντα: Πέντε εβδομάδες πολύ εντατικής εργασίας… πέντε εβδομάδες ζωής που περάσαμε κλεισμένοι σε ένα θέατρο που έμοιαζε με φυλακή, με πραγματικό μικρόκοσμο.

Cinergie: Παρακολουθώντας την ταινία σας έχει κανείς την εντύπωση ότι όλοι οι συντελεστές είχαν στρατοπεδεύσει στο θέατρο, ζούσαν εκεί. 

Κάριν ντε Βίλερς: Κι εμάς μας φάνηκε σαν στρατιωτική κατοχή… κάτι σαν καταυλισμός προσφύγων, υπνωτήριο, συσσίτιο αλλά μπορεί και να ήταν το υπνοδωμάτιο του Πίπο. Δεν υπήρχε ούτε εκατοστό ελεύθερο και όλα ήταν, πώς να το πω, χωρίς σύνορα. Ένα ασταμάτητο πηγαινέλα από τη σκηνή στην αίθουσα και από την αίθουσα στα παρασκήνια. Με μεγάλη άνεση και φυσικότητα. 

Cinergie: Ποια στάθηκε η αφορμή για να γυρίσετε μια ταινία αφιερωμένη στο θέατρο του Πίπο Ντελμπόνο;

Μάριο Μπρέντα: Η αρχική ιδέα μας ήρθε μια φορά που βρεθήκαμε με τον Πίπο. Μόλις είχε τελειώσει μια δική του παράσταση, «Άστεγοι», στο Θέατρο Γκολντόνι της Βενετίας, και πήγαμε μαζί για ποτό. Ο Πίπο μας είχε προτείνει να κάνουμε ένα βίντεο βασισμένο στους «Άστεγους» σε εξωτερικούς χώρους, όχι στο θέατρο. Η ιδέα μας φάνηκε ενδιαφέρουσα αλλά η πρόκληση να μιλήσουμε για τον τρόπο που ο Πίπο δημιουργεί το θέατρό του μας φαινόταν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Οπότε τον ρώτησα αν είχε κάποιο καινούριο πρότζεκτ στα σκαριά. Η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: «Έχω κάτι αλλά δεν ξέρω πώς θα είναι ακριβώς. Προς το παρόν ξέρω μόνο τον τίτλο, ‘Ορχιδέες’. Δεν ξέρω τι να πω, δεν έχω κανένα κείμενο ακόμα και μάλλον δεν θα το έχω ποτέ. Θα δούμε στις πρόβες». Αμέσως βρήκαμε το πράγμα πολύ ενδιαφέρον και δελεαστικό, γιατί θα μας επέτρεπε να αξιοποιήσουμε την ικανότητα του κινηματογράφου να καταγράφει την πραγματικότητα την ώρα που γίνεται,  με όλες τις δυνατότητές της, ενώ το ντοκιμαντέρ, είδος που με τη σειρά του δεν έχει ανάγκη από γραπτά κείμενα ούτε από σενάρια, θα μας έλυνε τα χέρια πολύ περισσότερο απ’ ό, τι μια κλασική ταινία μυθοπλασίας. 

Cinergie: Οι σκηνές που βλέπουμε στην ταινία είναι καρπός μελέτης ή γυρίστηκαν σε μια μοναδική εκτέλεση χωρίς επαναλήψεις;

Μάριο Μπρέντα: Γυρίστηκαν μια και καλή. Κάτι αναγκαστήκαμε να επαναλάβουμε αλλά μόνο στην τελική φάση, όταν ο Πίπο βρισκόταν στη φάση ολοκλήρωσης των σημειώσεων που έπαιρνε κατά τη διάρκεια των διαφόρων εκτελέσεων και προσπαθούσε να τα συγκροτήσει σε αφήγηση. Ακόμα και έτσι όμως δεν υπάρχει καμιά σχέση με όσα γίνονται στο παραδοσιακό θέατρο. Γιατί και αυτές ήταν φευγαλέες και εφήμερες στιγμές που έπρεπε να πιάσουμε πριν χαθούν οριστικά.

Κάριν ντε Βίλερς: Επίσης είναι σημαντικό ότι η δράση εξελίσσεται χωρίς σκηνικά, σε έναν χώρο χωρίς σημεία αναφοράς. Ο χώρος είναι το σώμα, η γλώσσα είναι το σώμα.

Cinergie: Χωρίς κείμενο όμως πάνω σε τι γίνονται ακριβώς οι πρόβες;

Κάριν ντε Βίλερς:  Στην αρχή ο Πίπο δίνει πολύ γενικά μερικές θεματικές οδηγίες που μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή: αλήθεια και ψέμα, ο λαβύρινθος, η ψευδαίσθηση, οι ορχιδέες… Ύστερα ο καθένας εργάζεται μόνος του, στη μικρή γωνία του, με την ευαισθησία του, την ιστορία του, και κυρίως με το σώμα του. Ο Μπομπό, π.χ., είναι κωφάλαλος και αγράμματος, και ως εκ τούτου δουλεύει διαφορετικά από τους άλλους. Ο καθένας προτείνει κάτι ή και τίποτα και δουλεύει με την πρόταση κάποιου άλλου. Κεντρικό ρόλο πάντως έχει ο αυτοσχεδιασμός γιατί οι προτάσεις είναι κάθε άλλο παρά συγκεκριμένες και ακριβείς.

Μάριο Μπρέντα: Δεν υπάρχει αφήγηση με την παραδοσιακή έννοια. Δεν υπάρχει χρονολογία. Ο χρόνος μένει μετέωρος, κρεμιέται από τη λεπτή κλωστή της συγκίνησης. Πρόκειται για πίνακες όπου ο χρόνος είναι κυρίως διάρκεια, κάτι ξεχωριστό, που δεν εξαρτάται από τον αντικειμενικό χρόνο του ρολογιού.

Cinergie: Μάριο, εσύ και ο Πίπο γνωρίζεστε πολύ καιρό. Μπορείς να μας πεις πώς συγκροτήθηκε ο θίασός του;

Κάριν ντε Βίλερς: Να απαντήσω εγώ; Όλοι τους συνεργάζονται πολλά χρόνια. Είναι σαν οικογένεια. Ο Μπομπό νοσηλευόταν σε ψυχιατρική κλινικά ενώ άλλοι, ο Μάριο και η Γκράτσια π.χ., ήταν καλλιτέχνες του δρόμου. Η Ντόλυ, ένα από τα αρχικά μέλη, είναι αρχιτεκτόνισσα και δούλεψε στο Living Theatre και με την Πίνα Μπάους. Η Γιούλια και η Ιλάρια είναι χορεύτριες…

Μάριο Μπρέντα: Μεγάλη σημασία έχει η διαφορετικότητα. Έχουν όλοι τους διαφορετικές εμπειρίες ζωής κάτι που δημιουργεί μια δυναμική ανταλλαγής και συνάντησης. Επίσης αυτοσχεδιάζοντας ο καθένας είναι και ηθοποιός και συγγραφέας μαζί. Τα «κείμενά» τους είναι εμπειρίες ζωής όχι απαραίτητα αυτοβιογραφικές βέβαια. Είναι η κοσμοθεωρία τους.

Κάριν ντε Βίλερς: Ο Πίπο κάνει και αυτός προτάσεις αλλά πάνω απ’ όλα παρακολουθεί, παίρνει σημειώσεις και συνθέτει κάτι σαν ψηφιδωτό με όσα τον ενδιαφέρουν περισσότερο, όσα κατά τη γνώμη του έχουν περισσότερο νόημα. Ως προς τις επιλογές, αυτές γίνονται κυρίως προς το τέλος. Ο Πίπο φτιάχνει και λύνει με μεγάλη ταχύτητα, και όπου χρειάζεται, δεν διστάζει να κατεδαφίσει, να μηδενίσει το κοντέρ και να ξαναρχίσει από την αρχή. Όλα μπορούν να αλλάξουν, ακόμα λίγες ώρες πριν από την έναρξη της παράστασης.      

Cinergie: Στην παράσταση, αν δεν κάνω λάθος, υπάρχουν ιστορικές αναφορές, στο Νέρωνα, στον βασιλιά  Ήλιο…

Μάριο Μπρέντα: Ναι γιατί κατά κάποιο τρόπο το παρελθόν επιτρέπει την αποστασιοποίηση από το παρόν και γίνεται η μεταφορά του. Η μορφή, το εξωτερικό σχήμα των πραγμάτων αλλάζει, η ουσία όμως μένει λίγο πολύ αναλλοίωτη. Πρόκειται για την αιώνια επάνοδο, όλα αλλάζουν, όλα είναι ίδια, καθώς έλεγε ο αγαπημένος φιλόσοφος με τα μουστάκια…

Cinergie: Αν δεν κάνω λάθος, η δράση της ταινίας δεν είναι η ίδια που βλέπουμε στο θέατρο, την οποία έτσι κι αλλιώς δείχνετε την ώρα που δημιουργείται.

Κάριν ντε Βίλερς: Ακριβώς. Η πορεία, η αφηγηματική δομή καθώς τα περισσότερα υλικά είναι τελείως διαφορετικά. Στην ταινία δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που χαρακτηρίζουν την παράσταση και το ανάποδο. Όταν γυρίζαμε μια σκηνή, ο Μάριο ήδη σκεφτόταν την επόμενη με βάση ένα εσωτερικό μοντάζ προσπαθώντας να πιάσει τον εσωτερικό χρόνο της. Το θέμα ήταν ο απόλυτος συντονισμός με όσα γινόντουσαν πάνω στη σκηνή, να αφεθούμε στο ρυθμό τους. Πότε να κάνουμε μια λήψη από κοντά, πότε από μακριά; Ιδανικά έπρεπε να προλάβουμε τη δράση, όχι πολύ όμως, για νη μη χαθεί η επαφή με το περιβάλλον και να μπούμε σε λανθασμένη πορεία. Με άλλα λόγια η δουλειά μας βασίστηκε στη στιγμή, στο εδώ και τώρα. Στην άμεση αντίδραση. Δεν υπήρχε χρόνος για αναλύσεις και αποφάσεις, όλα γινόντουσαν μαζί, όπως στην πραγματική ζωή άλλωστε, όπου κοιτάμε και ταυτόχρονα αποφασίζουμε, κάνουμε επιλογές, κρατάμε κάποια πράγματα και αφήνουμε άλλα.

Μάριο Μπρέντα:  Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ότι η Κάριν στο μοντάζ δούλεψε περισσότερο ξεδιπλώνοντας τη γραμμή του αισθήματος παρά την λογική αλληλουχία των νοημάτων που ήταν η επιλογή του Πίπο για την παράστασή του χωρίς να θυσιάσει βέβαια τα αισθηματικό κομμάτι. Άλλωστε ούτε κι εμείς παραβλέψαμε εντελώς τη λογική. Αυτό είναι το πεδίο που καθόρισε τη διαφορά ανάμεσα στην ταινία και την θεατρική παράσταση με βάση τα ίδια δραματουργικά υλικά.

Από τη συνέντευξη των Δήμητρας Μπούρα και Jean-Michel Vlaeminckx – Cinergie