Παραγωγή: CSC – Centro Sperimentale di Cinematografia, 2009 – 99’

Σκηνοθεσία: Βαλέριο Μιέλι

Σενάριο: Βαλέριο Μιέλι

Ηθοποιοί: Ιζαμπέλα Ραγκονέζε, Μικέλε Ριοντίνο 

Μουσική: Φραντσέσκο Ντε Λούκα, Αλεσάντρο Φόρτι

Στην πρωτότυπη γλώσσα με ελληνικούς υπότιτλους

Χειμώνας του 1999. Ένα βαπόρι διασχίζει τη λιμνοθάλασσα της Βενετίας.
Η δεκαοκτάχρονη και συνεσταλμένη Καμίλα, που μόλις ήρθε από το χωριό για να σπουδάσει Ρώσικη λογοτεχνία, ξεχωρίζει ένα αγόρι μέσα από το πλήθος των επιβατών. Το αγόρι κουβαλάει μια βαλίτσα, μόλις ήρθε στην πόλη. Τα δυο παιδιά ανταλλάσσουν μερικά βλέμματα: εκείνη είναι ντροπαλή, εκείνος περισσότερο θαρραλέος.
Ο Σιλβέστρο είναι και αυτός δεκαοκτώ χρονών, αλλά την απειρία του την κρύβει πίσω από μια αφελή θρασύτητα. Φτάνουν στον προορισμό τους και ο Σιλβέστρο αποφασίζει να πάρει από πίσω την κοπέλα στα ομιχλώδη στενά της λιμνοθάλασσας… Κάπως έτσι αρχίζει μια δεκαετής περιπέτεια που θα στείλει τα δυο παιδιά μακριά από την καθημερινή Βενετία των φοιτητών μέχρι την Μόσχα, με τα θέατρά της και τις πολύβουες λεωφόρους της.
Η Καμίλα και ο Σιλβέστρο θα ζήσουν άλλους έρωτες, θα αλληλογραφήσουν, θα συγκατοικήσουν στο ίδιο σπιτάκι στη λιμνοθάλασσα, θα είναι καλεσμένοι σε γάμο στην Ρώσικη εξοχή και θα χαζεύουν στην υπαίθρια αγορά του Ριάλτο. Ανάλογα με την περίσταση, θα είναι εχθροί, φίλοι, απλοί γνωστοί, μαζί και χώρια.
Δέκα χειμώνες είναι μια ερωτική ιστορία, ή μάλλον η εισαγωγή σε μια ερωτική ιστορία. Μια εισαγωγή που κρατάει δέκα χρόνια και παρουσιάζεται καρέ-καρέ: κάθε χειμώνας είναι ένα παράθυρο ανοικτό στη ζωή δυο ανθρώπων που δεν χάνουν ποτέ ο ένας τον άλλο και σιγά σιγά μεγαλώνουν και εισέρχονται στις δυσκολίες και στις ομορφιές της ενήλικης ζωής.

Δέκα χειμώνες

“Δέκα χειμώνες παρουσιάζει δυο νέα παιδιά που πρέπει να μάθουν να αγαπούν αντιμετωπίζοντας την ίδια στιγμή τις προκλήσεις της ενηλικίωσης.
Για να πω την ιστορία τους αναζήτησα ένα ρομαντισμό ταυτόχρονα αληθινό και παραμυθένιο. Για αυτό αποφάσισα η υπόθεση να διαδραματίζεται σε μια ποιητική πόλη όπως η Βενετία, της οποίας όμως δείχνω το καθημερινό πρόσωπο των υπαίθριων αγορών, των λαϊκών μαγειρείων και των βαποριών.
Σε κάθε φάση της εργασίας, από το γράψιμο του σεναρίου μέχρι την διάδραση με τους ηθοποιούς και την επιλογή της μουσικής επένδυσης, βασικό μέλημά μου υπήρχε να ισορροπώ μεταξύ ρεαλισμού και ελαφρότητας
.”

[Βαλέριο Μιέλι]                             

από 04.06 έως 13.06
Online
Βαλέριο Μιέλι (Ρώμη, 1978)

Μετά το πτυχίο Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης και το Δίπλωμα στο CSC της Ρώμης, κάνει την πρώτη του εμφάνιση με την ταινία Δέκα χειμώνες (2009). Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε το ομότιτλο μυθιστόρημα. Κέρδισε πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Δαυίδ του Ντονατέλο.
Το 2018 γύρισε την ταινία
Ricordi? (Θυμάσαι;) που παρουσιάστηκε στη Βενετία και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Cinema Made in Italy – Athens.

Ιζαμπέλα Ραγκονέζε (Παλέρμο, 1981)

Σπούδασε υποκριτική στη Σχολή Teatès του Παλέρμου και έκανε την πρώτη της εμφάνιση με Nuovomondo (Νέος Κόσμος 2006) του Εμανουέλε Κριαλέζε, που κέρδισε πέντε βραβεία στη Βενετία και τρία Δαυίδ του Ντονατέλο.
Το 2008 ανέλαβε τον πρώτο ρόλο στην ταινία Tutta la vita davanti (Όλη η ζωή μπροστά) του Πάολο Βιρτζί, και από τότε εναλλάσσει ερμηνείες για τη μεγάλη οθόνη (μεταξύ των οποίων Δέκα χειμώνες το 2009) με τηλεοπτικές και θεατρικές εμφανίσεις.

.

Μικέλε Ριοντίνο (Τάραντο, 1979)

Σπούδασε στη Ρώμη την Εθνική Ακαδημία Υποκριτικής Τέχνης και άρχισε την καριέρα του στο θέατρο και αμέσως μετά στην τηλεόραση.
Έκανε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση στην ταινία
Il passato è una terra straniera (Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα 2008) και Δέκα χειμώνες (2009), εναλλάσσοντας το κινηματογράφο με το θέατρο και την τηλεόραση.
Από το 2012 μέχρι το 2015 πρωταγωνιστεί στην τηλεοπτική σειρά
Ο νεαρός Μονταλμπάνο, που βασίζεται στις αστυνομικές ιστορίες του Αντρέα Καμιλέρι.

Για το Βαλέριο Μιέλι, Δέκα χειμώνες είναι η ταινία που γύρισε προκειμένου να αποκτήσει το πτυχίο του. Πρόκειται δηλαδή για μια τελετή ενηλικίωσης, παρόμοια με εκείνη των χαρακτήρων του, που κατά τη διάρκεια της ταινίας περνάνε από την «συμβατική» ωριμότητα, δηλαδή εκείνη των δεκαοκτώ χρόνων, στην ωριμότητα του βιώματος. Μάλιστα η καρδιά της ταινίας, η συναρπαστική τρυφερότητά της, χτυπάει εκεί, στην μηδαμινή απόσταση που χωρίζει τον σκηνοθέτη από τους ηθοποιούς του, στην αγάπη με την οποία τους περιβάλλει, αγάπη που ζεσταίνει τις σκηνές, όλες τους γυρισμένες σε χειμωνιάτικο περιβάλλον.
Ενισχύει τη δομή του έργου η ποιότητα της κινηματογραφικής γραφής, ικανής να γεμίζει ουσιαστικά τους δέκα πίνακες της ιστορίας, με τρόπο να μη φαίνονται ποτέ ψεύτικα αλλά αληθινά και γνήσια σαν τη ζωή, χωρίς εκζήτηση, και με διαλόγους που και αυτοί με τη σειρά τους αποπνέουν φυσικότητα.

Περισσότερα