Παραγωγή:  Kaos, Cinematografica, 2012 – 76’

Σκηνοθεσία: Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι

Σενάριο: Σαίξπηρ, Ταβιάνι, Καβάλι

Ηθοποιοί: Φάμπιο Καβάλι, Σαλβατόρε Στριάνο, κρατούμενοι της Ρεμπίμπια

Μουσική: Τζουλιάνο Ταβιάνι

Στην πρωτότυπη γλώσσα με ελληνικούς υπότιτλους

Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει

Μετά τον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, μια θεατρική παράσταση που έχουν ανεβάσει στις φυλακές της Ρώμης Ρεμπίμπια, οι κρατούμενοι/ηθοποιοί επιστρέφουν στα κελιά τους.

Έξι μήνες νωρίτερα: ο διευθυντής των φυλακών παρουσιάζει την ιδέα της θεατρικής παράστασης της χρονιάς στους κρατουμένους που επιθυμούν να λάβουν μέρος. Ακολουθούν οι ακροάσεις κατά τη διάρκεια των οποίων κάθε επίδοξος ηθοποιός καλείται να παρουσιάσει τον εαυτό του με δυο διαφορετικούς συναισθηματικούς τρόπους. Μετά την ολοκλήρωση των ακροάσεων, ακολουθεί η διανομή των ρόλων και ο καθένας καλείται να μάθει το ρόλο του στην ιδιαίτερη διάλεκτό του. Μέρα με τη μέρα ο Ιούλιος Καίσαρ του Σαίξπηρ παίρνει σάρκα και οστά, και προσφέρει στους ηθοποιούς την ευκαιρία να κατανοήσουν ότι τα πάθη, οι δεσμοί και οι προδοσίες που σημαδεύουν, οδηγούν ή και παρεκτρέπουν τη ζωή των ανθρώπων (και τις εγκληματικές ιστορίες τους) δεν αλλάζουν μέσα στους αιώνες. Και ότι τα ιστορικά γεγονότα αναπαράγουν, σε μικρότερη κλίμακα, τη ζωή όλων μας.

από 21.05 έως 30.05
Online
Πάολο Ταβιάνι (Σ. Μινιάτο, 1931)
Βιτόριο Ταβιάνι (Σ. Μινιάτο, 1929 – Ρώμη, 2018)

Εγκαταστάθηκαν στη Ρώμη τη δεκαετία του ‘50, άρχισαν να εργάζονται στο χώρο του κινηματογράφου και τη δεκαετία του ’60 σκηνοθετούν ντοκιμαντέρ και μαζί με τον Βαλεντίνο Ορσίνι υπογράφουν δυο ταινίες. Το πρώτο ολοδικό τους έργο είναι I sovversivi (Οι ανατρεπτικοί, 1967), ενώ με τον Τζαν Μαρία Βολοντέ σημειώνουν μεγάλη επιτυχία με την ταινία Sotto il segno dello scorpione (Το ζώδιο του σκορπιού, 1969).
Η επανάσταση είναι παρούσα και στις επόμενες ταινίες, όπως San Michele aveva un gallo (Ο Αι-Μιχάλης είχε έναν κόκορα, 1972), βασισμένη σε διήγημα του Τολστόι, και Allonsanfàn (Αλονζανφάν, 1974) με τον Μαστρογιάνι και τις μουσικές του Μορικόνε. Ακολουθούν Padre padrone (Πατέρας αφέντης, 1977), Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες, Il prato (Το γκαζόν, 1979), με νεορεαλιστικές απηχήσεις, και La notte di San Lorenzo (Η νύχτα του Αγίου Λαυρεντίου, 1982), που κέρδισε πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων δυο στις Κάννες και πέντε Δαυίδ του Ντονατέλο. Η ταινία Kaos (Κάος, 1984), βασισμένη στις Νουβέλες για έναν χρόνο του Πιραντέλο, επιστεγάζει με τέσσερα βραβεία την καριέρα τους. Τη δεκαετία του ’90 γύρισαν μόνο λίγες ταινίες, χωρίς μεγάλη απήχηση και με εμφανή την απουσία έμπνευσης.
Τη δεκαετία του 2000 οι δυο αδελφοί επιστρέφουν σε παραγωγές βασισμένες σε λογοτεχνικά έργα, όπως τα τηλεοπτικά
Resurrezione (Ανάσταση, 2001) και Luisa Sanfelice (Λουίζα Σανφελίτσε, 2004), και το La masseria delle allodole (Η φάρμα των κορυδαλλών, 2007). Το 2021 είναι η σειρά της ταινίας Ο Καίσαρας δεν πρέπει να πεθάνει, που κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο, πέντε Δαυίδ του Ντονατέλο και πολλά άλλα διεθνή και εθνικά βραβεία.
Οι τελευταίες ταινίες τους είναι Maraviglioso Boccaccio (Υπέροχος Βοκκάκιος, 2015) και Una questione privata (Μια ιδιωτική υπόθεση, 2017), βασισμένη στο έργο του Φενόλιο.

Οι αδελφοί Ταβιάνι γνώριζαν βέβαια ότι το θέατρο αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων. Και επιλέγουν τον δρόμο του backstage αξιοποιώντας το απαρχαιωμένο (και τηλεοπτικά απαξιωμένο) ασπρόμαυρο.
Η πρωτοτυπία του πειράματος εντοπίζεται στο στοιχείο θα έλεγε κανείς «αλά Πιραντέλο» με το οποίο αναζητούν την αλήθεια μέσα στο ψέμα. Αυτοί οι άνθρωποι που εκτίθενται στο κοινό και εκθέτουν μαζί και το ποινικό τους μητρώο, αρχικά βρίσκονται ασύνειδα να αναζητούν και τελικά να βρίσκουν τον εαυτό τους στα λόγια του Άγγλου βάρδου που τα έφεραν στα μέτρα τους χάρη στη διάλεκτο.
Προτάσεις που γράφτηκαν εκατοντάδες χρόνια πριν επικαλύπτουν το παρόν. Ο κάθε κρατούμενος «αισθάνεται» και απαγγέλλει τις ατάκες του σαν να πηγάζουν από μέσα του. Έτσι ο Τζοβάνι Αρκούρι είναι ταυτόχρονα ο εαυτός τους αλλά και ο Καίσαρ. Και η παρουσία του σκηνοθέτη Καβάλι και του πρώην κρατουμένου, και νυν ηθοποιού Στριάνο που υποδύεται το Βρούτο, δεν είναι παραφωνία.
Η παραφωνία αποτελείται από τους κρατουμένους που αναγκάζονται να «μιλήσουν για τον εαυτό τους». Η στιγμή που θα έπρεπε να αφήσουν πίσω τους το ρόλο τους και να γίνουν ξανά ο εαυτός τους, είναι και η στιγμή που αρχίζουν να παίζουν ένα ρόλο, προκειμένου να εκφράσουν τις εντάσεις τους και τις προσδοκίες τους. Ως εκ τούτου, η αναζήτηση της αλήθειας μέσα στο ψέμα γίνεται ψέμα σκέτο, που προσποιείται πως είναι η αλήθεια. Ο Σαίξπηρ είχε ήδη πετύχει τον ίδιο στόχο.
[Τζανκάρλο Τζάπολι]     

Μια μεγαλοπρεπής τοιχογραφία ανθρώπινης δυστυχίας που φτάνουν μέχρι τον Σαίξπηρ και τη καμόρα, που η τέχνη θα μπορούσαν να την θεραπεύσει αν οι «άνδρες της τιμής» είχαν πραγματικά τιμή. Ένας δυνατός και άκρως εκφραστικός κινηματογράφος που τιμάει την ηθική λειτουργία του: χωρίς διανοουμενίστικα παιχνίδια, ισορροπεί στο μεταίχμιο του θεάτρου με τον κινηματογράφο με ανεπανάληπτη ένταση. Όντως, η κόλαση είναι οι άλλοι
[Μαουρίτσιο Πόρο]     

Χάρη στο σκηνθέτη Φάμπιο Καβάλι, στις φυλακές της Ρεμπίμπια, στη Ρώμη, λειτουργεί χρόνια ένα πετυχημένο θεατρικό εργαστήριο. Η πρόταση να ανέβει στη σκηνή ο Ιούλιος Καίσαρ του Σαίξπηρ είναι των δυο σκηνοθετών,. Πρόθεσή τους να αντιπαραβάλουν την υπαρξιακή συνθήκη των κρατουμένων με τα συναισθήματα του πολιτικότερου έργο του Άγγλου δραματουργού: τη φιλία και την προδοσία, την πατροκτονία και τη συνομωσία, το τίμημα της εξουσίας και της αλήθειας. Το κατόρθωσαν με αξιοσημείωτη ένταση και, παρομοίως, απόρριψη οποιασδήποτε διδασκαλικής ή και ιδεολογικής προσέγγισης.
Η ταινία ξεκινάει με το τέλος της παράστασης, με τα χειροκροτήματα του κοινού, και ολοκληρώνεται με τους κρατουμένους οι οποίοι, ένας-ένας, επιστρέφουν στα κελιά τους. Ένας από αυτούς κοιτάζει μέσα στο φακό και λέει: «Από τότε που γνώρισα την τέχνη, το κελί μου έγινε φυλακή». Φαίνεται να διαψεύδει το θέμα της επανένταξης, όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Είναι από τα αντιρητορικά στοιχεία της ταινίας.
[οι Μοραντίνι]