Παραγωγή: Fandango, 2004 – 107’

Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο 

Σενάριο: Πάολο Σορεντίνο

Ηθοποιοί: Τόνι Σερβίλο, Ολίβια Μανιάνι

Μουσική: Πασκουάλε Καταλάνο

Στην πρωτότυπη γλώσσα με ελληνικούς υπότιτλους

[Πάολο Σορεντίνο]     

Βρισκόμουν στο Σαν Πάολο, στη Βραζιλία, σε πολυτελές ξενοδοχείο. Σε ένα μπαρ με ξύλινη διακόσμηση λες και ήμασταν στην Αυστρία ενώ ήμασταν στη Βραζιλία. Έξω είχε σαράντα βαθμούς. Σύχναζα συχνά στο μπαρ και πάντα έβλεπα έναν πενηντάρη με μακριά γένια και μπυροκοιλιά. Κομψό και Ευρωπαίο. Επιχειρηματίας, θα έλεγε κανείς. Έξω υπήρχε ολόκληρη Βραζιλία, εκείνος όμως δεν φαινόταν να συγκινείται. Αντιμετώπιζε αποχαυνωμένος τη μπύρα του και την τηλεόραση λες και περίμενε να έρθει η ώρα για κάποιο επαγγελματικό ραντεβού. Αυτά είναι όσα είδα εγώ.
Η ιδέα της ταινίας γεννήθηκε από αυτή την παρατήρηση. Από μια περιέργεια που μεταμορφωνόταν σε εμμονή: τι κάνουν όλοι αυτοί οι επιχειρηματίες στα ξενοδοχεία όλου του κόσμου; Τι σκέφτονται κατά τη διάρκεια των ατέρμονων σιωπών σε αυτά τα μπαρ που δείχνουν φιλόξενα ενώ είναι άκρως εχθρικά; Σε αυτή και σε άλλες ερωτήσεις έδωσα τις δικές μου απαντήσεις.

Περισσότερα

Οι συνέπειες του έρωτα

Κάθε άνθρωπος έχει τα ανομολόγητα μυστικά του.

Ο Τίτα Ντι Τζιρόλαμο όμως δεν έχει μόνο ένα. Είναι πασιφανές. Δεν εξηγείται αλλιώς για ποιο λόγο ένας πενηντάρης από τη Νότια Ιταλία ζει εδώ και οκτώ χρόνια σε ένα αδιάφορο δωμάτιο ξενοδοχείου σε μια εξίσου αδιάφορη πολίχνη της Ιταλόφωνης Ελβετίας.
Οκτώ χρόνια που τα πέρασε άπραγος. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται.
Χρόνια που τα πέρασε μες στη σιωπή και πολλά τσιγάρα, κουρνιασμένος μια στο λόμπυ και μια στο μπαρ του ξενοδοχείου, πάντα επίσημα ντυμένος αν και αποφεύγει τις κοσμικότητες. Μια αδυσώπητη ρουτίνα, με την αιώνια προσμονή να συμβεί επιτέλους κάτι ανατρεπτικό. Τι όμως;
Ο Τίτα παρατηρεί, αναλύει απαθής τη ζωή που τρέχει μπροστά του χωρίς να νιώθει, να αισθάνεται τίποτα. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται.
Δεν έχει κανέναν. Είναι μόνος του. Χαμένος. Εδώ και χρόνια μόνο κρυφοκοιτάει κάτι.
Τι όμως; Και γιατί; Ποια είναι τα ανομολόγητα μυστικά του Τίτα Ντι Τζιρολάμο;

από 07.05 έως 16.05
Online
Πάολο Σορεντίνο (Νάπολη, 1970)

Άρχισε την καριέρα του ως σεναριογράφος και το 2001 κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με την ταινία L’uomo in più («Ο άνθρωπος που περισσεύει»), που εγκαινιάζει τη στενή συνεργασία του με τον Τόνι Σερβίλο. Ακολουθούν Le conseguenze dell’amore («Οι Συνέπειες του Έρωτα»), πάλι με τον Σερβίλο, το 2004, και L’amico di famiglia («Ο Οικογενειακός Φίλος») το 2006. Παρουσιάστηκαν στη Βενετία και στις Κάννες, κέρδισαν πολλά εθνικά βραβεία, και επαινέθηκαν από το κοινό και τους κριτικούς καταξιώνοντας τον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό.
Το 2008 η ταινία του Il divo έγινε διεθνής επιτυχία, και η ερμηνεία του κατατάσσει οριστικά τον Σερβίλο στους μεγάλους σύγχρονους Ιταλούς ηθοποιούς.
Ακολουθούν το 2011 η πρώτη του ταινία στα Αγγλικά, This must be the place, με το Σον Πεν, και το 2013, πάλι με το Σερβίλο, La grande bellezza («Η Τέλεια Ομορφιά»), που θεωρείται το απόλυτο αριστούργημα και των δυο. Η ταινία έγινε τεράστια εισπρακτική επιτυχία, απέσπασε τους επαίνους της κριτικής και το 2014 κέρδισε το Όσκαρ για την καλύτερη ξενόγλωσση ταινία.
Το 2015 το Youth είναι η δεύτερη αγγλόφωνη ταινία του, και ακολουθεί το 2018 Loro («Εκείνοι»), πάλι με τον Σερβίλο, που συζητήθηκε πολύ σε όλον τον κόσμο.
Από το 2004 μαζί με τον κινηματογράφο, ασχολείται και το θέατρο και την τηλεόραση, για την οποία γύρισε τη γνώστη σειρά The young Pope.

Τόνι Σερβίλο (Αφραγκόλα – Νάπολη, 1959)

Άρχισε την καριέρα του ως θεατρικός ηθοποιός, και έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο το 1992 μαζί με το σκηνοθέτη Μάριο Μαρτόνε, μαζί με τον οποίο πρωταγωνιστεί σε τέσσερις ταινίες. Η καλλιτεχνική σύμπραξη με τον Πάολο Σορεντίνο αρχίζει το 2001 με την ταινία «Ο Άνθρωπος που περισσεύει» (L’uomo in più), και ακολούθησε «Οι Συνέπειες του Έρωτα» (Le conseguenze dell’amore), με την οποία κέρδισε το Δαυίδ του Ντονατέλο και το Nastro d’argento το 2005.
Με τον Σορεντίνο συμμετέχει σε άλλες τρεις πετυχημένες ταινίες, Il divo (2008), La grande bellezza («Η Τέλεια Ομορφιά», 2013) και Loro («Εκείνοι», 2018). Με τις πρώτες δυο και με την ταινία Γόμορρα του Ματέο Γκαρόνε, το 2008, αποκτάει διεθνή φήμη και κερδίζει πολλά εθνικά και διεθνή βραβεία.
Από το 2000 πρωταγωνίστησε σε τριάντα ταινίες με πολλούς σκηνοθέτες μεταξύ των οποίων οι Μάρκο Μπελόκιο και Ρομπέρτο Αντό (Viva la libertà, «Ζήτω η Ελευθερία» 2013, και Le confessioni, «Οι Εξομολογήσεις» 2016), κερδίζοντας πολλά βραβεία, και αποσπώντας τους επαίνους του κοινού και των κριτικών.